Άρθρα

Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου, Κώστας Χρυσαφίδης

Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου, Κώστας Χρυσαφίδης

Γράφει

ο Κώστας Χρυσαφίδης

Ομότιμος Καθηγητής

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εισαγωγή

Στην ταινία «οι σύντροφοι» του Mario Monicelli περιγράφεται η ζωή των εργατών κλωστοϋφαντουργίας σε ένα εργοστάσιο του Τορίνο. Οι εργάτες αρχίζουν τη δουλειά τους νύχτα και τελειώνουν νύχτα, σε ένα μεροκάματο δεκατριών ωρών, εφτά ημέρες την εβδομάδα1. Τα μηνύματα της πρωτομαγιάτικης εξέγερσης του Σικάγο για οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ελεύθερο χρόνο και οχτώ ώρες ύπνο, δεν είχαν φτάσει ακόμη στην Ιταλία των αρχών του εικοστού αιώνα και αν είχαν φτάσει ως μηνύματα απείχαν πολύ από το να υλοποιηθούν. Ο ελεύθερος χρόνος αποτελούσε άγνωστο όρο και κάτι που φάνταζε ως αίτημα μάλλον απίθανο.

Συνήθως το τέλος του κάθε πολέμου διαμορφώνει καλύτερες καταστάσεις στον εργατικό τομέα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος συνδέεται με την καθιέρωση του οχταώρου, ενώ με τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου υπάρχει ένας ευρύτερος εκδημοκρατισμός του εργατικού κινήματος και αρκετά αιτήματα της εργατικής τάξης υλοποιούνται σταδιακά.

Η αύξηση του διαθέσιμου ελεύθερου χρόνου οδηγεί σε νέες ανάγκες, που πρέπει να δώσουν διεξόδους στη διαχείριση αυτού του «δώρου». Ταυτόχρονα όμως στις μέρες μας ανακύπτει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα που αποτελεί πρόκληση για την Παιδαγωγική. Πώς διαχειριζόμαστε τον ελεύθερο χρόνο. Μάλιστα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο. Τώρα πια δεν έχουμε μόνο τον περιορισμό των ωρών εργασίας, όπως λ.χ. το 35ωρο ή την αύξηση των ημερών των διακοπών, αλλά εμφανίζονται όλο και περισσότερο φαινόμενα μερικής απασχόλησης, καθώς ο αριθμός των ανέργων είτε ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης είτε ως αποτέλεσμα της επέλασης της Τεχνολογίας και φυσικά τις προσπάθειες της εργοδοσίας να αξιοποιήσει κάθε διέξοδο που παρέχεται από την εκάστοτε νομοθεσία, που ακυρώνει θέσεις εργασίας, καθιστά το πρόβλημα της αξιοποίησης του ελεύθερου ή «ελεύθερου» χρόνου όλο και περισσότερο σημαντικό, εξαιτίας πλέον και του μεγάλου αριθμού των άμεσα ενδιαφερομένων.

Η Παιδαγωγική του ελεύθερου χρόνου αποτελεί ένα νέο κλάδο στην Παιδαγωγική που ανήκει προς το παρόν μάλλον στην Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, χωρίς να κατορθώσει μέχρι σήμερα να αυτονομηθεί και να αποτελέσει ανεξάρτητο παιδαγωγικό κλάδο. Άλλωστε η Παιδαγωγική γενικότερα ως επιστήμη στηρίζεται στις αρχές της Ψυχολογίας και της Κοινωνιολογίας, αλλά και άλλων επιστημονικών κλάδων που συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο του επιστημονικού της ενδιαφέροντος. Οι επιστημονικοί αυτοί κλάδοι παρέχουν πληροφορίες για ερευνητικά δεδομένα σε διάφορους τομείς και η Παιδαγωγική αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει τα επιμέρους προβλήματα, σχεδιάζοντας μορφές στρατηγικής που οδηγούν στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.

Σε γενικές γραμμές οι στόχοι που θέτει η Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου θα πρέπει να οδηγούν σε δύο κατευθύνσεις: Εμπλουτισμός του Μορφωτικού περιεχομένου και Ενίσχυση της Κοινωνικοσυναισθηματικής πτυχής της προσωπικότητας του ατόμου. .

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στη διερεύνηση του όρου Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου, θα ασχοληθούμε με τη βιωματική διδασκαλία ως μορφή δράσης που συμβάλλει σε μια δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και τέλος θα αναφέρουμε παραδείγματα προγραμμάτων απασχόλησης κατά τον ελεύθερο χρόνο.

1. Η Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου

Ο ελεύθερος χρόνος είναι συνυφασμένος με την εποχή μας. Η τάση που επικρατεί στις μέρες μας είναι να συρρικνώνεται ο χρόνος εργασίας και να αυξάνει ο χρόνος ελεύθερης δράσης. Στην Ελλάδα ο «ελεύθερος χρόνος» δε συνδέεται μόνο με την κατάργηση των θέσεων εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής εισβολής, αλλά κυρίως με την οικονομική κατάσταση, που οδήγησε σε απολύσεις, εξαιτίας πολλών περιστατικών πτώχευσης, για να φθάσουμε περίπου σε 1,5 εκατομμύριο ανέργων, που σημαίνει το 12% του συνολικού πληθυσμού και 28% των πολιτών που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας και φυσικά μόνον αυτών που υπάγονται στα επίσημα στοιχεία. Τα νούμερα είναι συγκλονιστικά και δείχνουν πόση προσπάθεια πρέπει να καταβληθεί για να αντιμετωπισθούν οι ποικίλες ψυχολογικές και κοινωνικές καταστάσεις. Σε αυτή την πρόκληση θα πρέπει να ανταποκριθεί ο επιστημονικός κόσμος (ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, παιδαγωγοί, καλλιτέχνες, οικονομολόγοι και λοιποί), ώστε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο δράσης που θα κινητοποιήσει τον πληθυσμό και θα προσφέρει διεξόδους.

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύγγραμμα ο H. Giesecke2 επιχειρεί να καταγράψει την πορεία της ανάπτυξης του ελεύθερου χρόνου από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, έχοντας ως παράδειγμα τη Γερμανία. Διαπιστώνει κανείς όμως ότι υπάρχουν κοινά σημεία σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο, χάρη στη διεθνιστική αντίληψη του εργατικού κινήματος, που λειτουργούν κατά περίπτωση, άλλοτε με ταχύ βήμα κι άλλοτε πιο αργά, οδηγούν όμως παντού και πάντα προς την ίδια κατεύθυνση.

Έτσι:

• Η πρώτη περίοδος 1890-1918 χαρακτηρίζεται από τον αγώνα των εργαζομένων για ελεύθερο χρόνο, όπως είναι το οχτάωρο οι διακοπές, η απαγόρευση της παιδικής εργασίας, και η συμμετοχή των εργαζομένων σε δραστηριότητες που αναφέρονται στις πολιτιστικές ανάγκες του ανθρώπου.

• Στην περίοδο του μεσοπολέμου εμφανίζονται ποικίλα κινήματα σχετικά με τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου, όπου διαπιστώνεται ότι η μείωση του χρόνου εργασίας δεν οδήγησε τους εργαζόμενους σε μια καλύτερη μορφή διαβίωσης, αλλά δημιούργησε μια σειρά από προβλήματα, όπου φάνηκε ότι χρειαζόταν μια συμπαράσταση που θα είχε ως επιστημονικά κατοχυρωμένες απόψεις. Κάπου εκεί εμφανίζεται ο όρος Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου, ως ανταπόκριση σε μια κοινωνικοπολιτισμική ανάγκη. Στο πλαίσιο αυτής της κίνησης διαμορφώνονται προγράμματα που απευθύνονται στους νέους με στόχο την κοινωνικοποίηση και την πολυδιάστατη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Στην περίοδο αυτή μεσολαβεί ως μελανό διάλειμμα ο Ναζισμός στη Γερμανία και ο Φασισμός στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά και σε άλλες ηπείρους.

• Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίζεται ως πορεία προς τον ελεύθερο χρόνο και την καταναλωτική κοινωνία. Πρόκειται για μια περίοδο που ο καταναλωτισμός και η πολυτελής διαβίωση γίνονται το κύριο σύνθημα με οικονομικές αλλά κυρίως οικολογικές συνέπειες.

Η Παιδαγωγική του Ελεύθερου χρόνου αντιμετωπίζει το πρόβλημα σταδιακά ως μια πορεία που ξεκινάει από μια απλή βοήθεια στη διαμόρφωση του ελεύθερου χρόνου. Στη συνέχεια εξελίσσεται σε μια ανάπτυξη μορφών απασχόλησης κατά τη διάρκεια των διακοπών, για να καταλήξει σε μια προσπάθεια αναστοχασμού των προβλημάτων που αναφύονται με την εμφάνιση του ελεύθερου χρόνου και την προσπάθεια να βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις. Έτσι επιχειρείται η ανάπτυξη θεωριών και μοντέλων που θα δίνουν απαντήσεις στην ποικιλία των προβλημάτων και στην ιδιαιτερότητα του καθενός από αυτά. Σε γενικές γραμμές δεν είναι δυνατό να υπάρξει ένας ενιαίος τύπος παιδαγωγικής παρέμβασης που θα μπορέσει να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα. Γίνεται εμφανές ότι υπάρχει ανάγκη να σχεδιαστούν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, που θα οδηγούν στη διαμόρφωση και υλοποίηση ποικίλων προτάσεων, ως ανταπόκριση στις επιμέρους ανάγκες.

2. Ελεύθερος χρόνος και κοινωνικοποίηση

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής μας μπορεί να εντοπισθεί στην εικόνα που παρουσιάζουν οι ανθρώπινες σχέσεις. Ζούμε στην εποχή της εγωιστικής συμπεριφοράς και της προσπάθειας να βελτιώσει καθένας την εικόνα της προσωπικής του υπόστασης. Συμπεριφορές που παραπέμπουν στην αλληλεγγύη και τη συμπαράσταση τείνουν να εξαφανιστούν και στο προσκήνιο εμφανίζεται ο σύγχρονος άνθρωπος ως ένα ον που κλείνεται στον εαυτό του, αδιαφορεί για τους άλλους και γενικά ενοχλείται από την παρουσία των άλλων. Αυτή η αυτιστική συμπεριφορά έχει ήδη εντοπιστεί και έχει κινητοποιήσει τους παιδαγωγικούς κύκλους με αποτέλεσμα να τονίζεται όλο και περισσότερο η σημασία της συνύπαρξης και της υγιούς κοινωνικοποίησης3.

Η εμφάνιση του νέου χαρακτήρα, του εγωπαθούς, έχει ως συνέπεια τον κλονισμό της σχέση εργασίας εργαζόμενου. Παλαιότερα υπήρχε θα έλεγε κανείς μια αγαπητική σχέση ανάμεσα στην εργασία και τον εργαζόμενο. Δεν είναι σίγουρο ότι η σχέση αυτή ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το εργασιακό κλίμα ανταποκρινόταν στις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τους προβληματισμούς του εργαζόμενου ή ήταν απλώς οι συνέπειες μιας αγωγής από το σχολείο και το σπίτι που οδηγούσε σε μια σμίκρυνση των απαιτήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις πάντως είχε να κάνει η σχέση αυτή με την καταξίωση που αισθανόταν ο εργαζόμενος στο χώρο του.

Οι προσπάθειες για χειραφέτηση έκαναν ενδεχόμενα και δίκαια μάλιστα πιο καταφανείς τις ατέλειες του εργασιακού συστήματος, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η απόσταση ανάμεσα στον εργαζόμενο και το αντικείμενο της εργασίας. Τώρα πια προέχει η ανέλιξη και η καριέρα και τα συνθήματα κάνουν λόγο για υψηλότερες αποδοχές και περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Παρά τα επιτεύγματα αυτού του κινήματος δεν υπήρξε όμως συνέχεια ως απάντηση στα προβλήματα που είχαν προκύψει. Αφέθηκε ο εργαζόμενος μόνος του να αντιμετωπίσει τις νέες καταστάσεις, με αποτέλεσμα να γίνει τις περισσότερες φορές εύκολη λεία από ειδικούς χώρους εκμετάλλευσης, με ώθηση κυρίως προς τον καταναλωτισμό και την πολυτελή διαβίωση.

Αυτή η αποξένωση και η ψυχρότητα στη σχέση εργαζόμενου με την εργασία οδηγεί σε ατραπούς που δε φέρνουν πάντα καλά αποτελέσματα. Έχω ακούσει πολλές φορές από γνωστούς, που πίστευα ότι είναι γοητευμένοι από το αντικείμενο της εργασίας τους μια αφοπλιστική διατύπωση: «Δουλεύω όσο με πληρώνουν». Και φυσικά επειδή πάντα θα πιστεύουμε ότι μας πληρώνουν λιγότερο από ό,τι προσφέρουμε, είναι επόμενο να μειώνεται η απόδοση. Κάτι τέτοιο όμως έχει συνέπειες και για το παραγόμενο προϊόν, αλλά κυρίως για τη δοκιμασία στην οποία υποβάλλεται ο εργαζόμενος να απασχολείται σε ένα περιβάλλον που δεν τον καλύπτει. Στερεί από τον εαυτό του τη γοητεία της δημιουργίας και της προσπάθειας.

Αναμφίβολα το κίνημα χειραφέτησης προσέφερε πολλές υπηρεσίες στην κοινωνική ζωή και άλλαξε πολλές στρεβλές και οπισθοδρομικές αντιλήψεις. Εγκατέλειψε όμως τους αποδέκτες των μηνυμάτων μόνους χωρίς κατευθυντήριες γραμμές. Ίσως επειδή οι κατευθυντήριες γραμμές να αντιβαίνουν στις βασικές αρχές του κινήματος, εφόσον η χειραφέτηση αποτελεί μια διαδικασία που δεν έχει «κανένα έσχατο»4. Η διαδικασία της χειραφέτησης αποτελεί μια διαρκή κριτική αντιμετώπιση των πάντων και μια προσπάθεια άρσης των καταπιεστικών δομών5. Παρόλα αυτά αποτελεί υποχρέωση όλων των θεωρητικών που συμμετέχουν στη διαδικασία χειραφέτησης να αναλαμβάνουν ταυτόχρονα το έργο της συμπαράστασης, να βοηθούν δηλαδή τους αποδέκτες των μηνυμάτων τους να βρουν το μίτο της Αριάδνης που θα τους οδηγήσει στην ευχαρίστηση της δημιουργικότητας.

Συνεπώς ο ελεύθερος χρόνος θα πρέπει να αξιοποιηθεί σε μια κατεύθυνση που θα ενισχύει από τη μια τις διαπροσωπικές σχέσεις και ταυτόχρονα θα αξιοποιεί τις δημιουργικές πτυχές της προσωπικότητας του ατόμου. Έτσι μόνο θα μπορέσει να βρει ο καθένας την κατεύθυνση που θα τον οδηγήσει σε σωστές λύσεις και θα έχει θετικά αποτελέσματα. Ίσως είναι απαραίτητο να γυρίσουμε στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, αναζητώντας την εικόνα του πολίτη που διαμόρφωσε ο Διαφωτισμός6.

Τα παραπάνω έχουν άμεση σχέση με τη σχολική ζωή και αγγίζουν τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους μαθητές. Η αντιμετώπιση της εργασίας από τον εκπαιδευτικό στην τάξη ως ανταπόδοση στις απολαβές του μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει. Δεν υποφέρεται να ζεις τριανταπέντε χρόνια σε μια τάξη, αργότερα μπορεί να είναι και περισσότερα, αν η σύνταξη πάει στα 67 και να ζυγίζεις από τη μια το ποσό των αποδοχών και από την άλλη το βάρος της προσφοράς σου. Κάπου θα χαθείς και φυσικά εκτός από εσένα θα πληρώσουν και οι μαθητές αυτή την κατάσταση. Αν δεν ψάξεις να βρεις τα δημιουργικά στοιχεία του έργου σου και από τέτοια είναι γεμάτος ο δρόμος του εκπαιδευτικού, δε θα μπορέσεις να βρεις τα σημεία εκείνα που θα βοηθήσουν σε μια ισορροπία στη σχέση εργαζόμενου και αντικειμένου εργασίας. Το ίδιο ισχύει και για τους μαθητές. Θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να σχεδιάσουν την καθημερινότητά τους σαν ένα παιχνίδι αναζήτησης και διερεύνησης της γνώσης, σαν μια προσπάθεια από κοινού με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, να βρουν τη γοητεία που κρύβει η γνώση και τη σημασία που έχει η αναζήτησή της για την ευτυχία μας. Φυσικά οι αρχές αυτές της δημιουργικής αναζήτησης σε πλαίσιο συντροφικότητας θα πρέπει να χαρακτηρίζει και τη διαδικασία αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου.

Το σχολείο θα πρέπει να απομακρυνθεί από την προσφορά μεγάλων ποσοτήτων γνώσης, αλλά να συμβάλει στην καλλιέργεια της ικανότητας του μαθητή να αναγνωρίζει καταστάσεις, να αντιμετωπίζει πρακτικά προβλήματα, να μαθαίνει για τη ζωή μέσα σε ένα κλίμα δεσμευτικό, που έχει στόχους και αγωνίζεται για την επίτευξή τους. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι μεγάλη η συμβολή της βιωματικής μάθησης, που δίνει την ευκαιρία η σχολική ζωή να πάρει μια ζωντανή υπόσταση, απαλλαγμένη από στατικές και τυποποιημένες καταστάσεις.

3. Βιωματική μάθηση

Χωρίς αμφιβολία η βασική κριτική που ασκείται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στηρίζεται στο γεγονός ότι η σχολική καθημερινότητα ακολουθεί τυπικές διαδικασίες, όπως αυτές έχουν κληρονομηθεί από το παρελθόν, σαν να μην έχει επέλθει καμιά αλλαγή στην κοινωνία και στα διαθέσιμα μέσα παροχής πληροφοριών. Η όλη εικόνα δείχνει να βρισκόμαστε στις αρχές του εικοστού αιώνα, πριν αρχίσουν να διαμορφώνονται οι σχεδιασμοί λειτουργίας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού δημοτικισμού7. Κατάφεραν όμως οι αντιλήψεις αυτές να διατηρηθούν ως τις μέρες μας, με μόνη εξαίρεση την καθιέρωση της δημοτική γλώσσας, ενώ τα μηνύματα και οι ιδέες του Γληνού, του Δελμούζου και των άλλων μεταρρυθμιστών της περιόδου εκείνης (αρχές του 20ου αιώνα) ελάχιστα άγγιξαν τη σχολική πραγματικότητα8. Οι σχεδιασμοί εκείνοι βέβαια έπεσαν στα βράχια των αντιδραστικών δυνάμεων που είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφωθούν συνθήκες ιδιαίτερα συμβατικές, με εμμονή στο λογιοτατισμό, στη φλυαρία και στην επιδερμική προσέγγιση της καλλιέργειας της γνώσης. Και σήμερα ακόμη, ύστερα από πολλές προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις, συνεχίζει το ελληνικό σχολείο να λειτουργεί ως αντίγραφο ιδεαλιστικών αντιλήψεων, ως συνέχεια εκείνης της εποχής της αντιμεταρρύθμισης.

Η γνώση μεταφέρεται ως πληροφορία και όχι ως αποτέλεσμα αναζήτησης και διεξοδικής επεξεργασίας. Ο μαθητής λειτουργεί ως παθητικός δέκτης πληθώρας πληροφοριών, τις οποίες μάλιστα καλείται να αποστηθίσει, για να μπορεί να ελεγχθεί η επιτυχία του στη μάθηση. Έτσι το σχολείο απασχολεί το μαθητή 14 συναπτά έτη χωρίς να καταφέρει να δημιουργήσει καταστάσεις που να λειτουργούν βιωματικά, να αποτελούν δηλαδή ένα κομμάτι από την προσωπικότητά του9. Ο λόγος αυτής της κατάστασης οφείλεται στο γεγονός ότι ο μαθητής δεν έχει την ευκαιρία να κινητοποιήσει στην πορεία του μαθήματος όλες τις δυνάμεις της προσωπικότητάς του (σκέψη, καρδιά και χέρι), παρά τις προτροπές πολλών παιδαγωγών, όπως ο J.J.Rousseau10, αλλά και άλλων νεώτερων κορυφαίων παιδαγωγών όπως λ.χ. ο J. Dewey11. Όλοι αυτοί οι διανοητές, οι υποστηριχτές της βιωματικής μάθησης, επέμεναν ότι η μάθηση πρέπει να λαμβάνει χώρα στο φυσικό της πεδίο και να διαμορφώνει βιωματικές καταστάσεις που να συνδέουν άμεσα τη γνώση με το μαθητή, ώστε να αποτελούν βασικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Αυτή η σύνδεση εδράζεται στην περιοχή των εσωτερικών ενδιαφερόντων με αποτέλεσμα να ενισχύεται η περιοχή των κινήτρων και να ενισχύεται η μορφωτική διαδικασία12.

Η βιωματική μάθηση συνεπώς αποτελεί ένα μεθοδολογικό εργαλείο που μπορεί να αναβαθμίσει τα αποτελέσματα της μάθησης. Επειδή όμως η εφαρμογή της δε φαίνεται προς το παρόν ότι είναι δυνατό να απλωθεί σε όλο το φάσμα της σχολικής ζωής, θα μπορούσε κάλλιστα να εφαρμοστεί στο πλαίσιο διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου και να αποτελέσει κατά κάποιο τρόπο προπομπό και πρόταση για διαμόρφωση της σχολικής ζωής στο σύνολό της. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα κατά καιρούς προβάλλει προτάσεις για μεταρρυθμίσεις, μόνο που στο τέλος τις εγκαταλείπει και ελάχιστα ενδιαφέρεται για την εφαρμογή τους. Κάτι τέτοιο συνέβη και με την «Ευέλικτη Ζώνη»13 που αποτελούσε μια ιδανική προσπάθεια για εισαγωγή της βιωματικής μάθησης. Η μόνη βαθμίδα που ανταποκρίθηκε σ’ αυτή την προσπάθεια είναι αυτή της Προσχολικής Αγωγής, ίσως επειδή οι συνθήκες δράσης και γενικότερα η φύση της βαθμίδας βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Για τον M. Rehm14 «Η βιωματική μάθηση αποτελεί μια μέθοδο που στρέφεται στη δράση και περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που χρησιμοποιούν ως μέσο τη φύση και την περιπέτεια, τα παιχνίδια και τις ποικίλες πρωτοβουλίες, με πρόθεση να επιτύχουν ένα στόχο παιδαγωγικό, επιμορφωτικό, ενισχυτικό για την ανάπτυξη, ακόμη και θεραπευτικό». Ασφαλώς οι δραστηριότητες μπορούν να λαμβάνουν χώρα εκτός ή εντός σχολείου, ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε θεματικής. Η όλη προσπάθεια στηρίζεται σε τρεις υποθέσεις:

• Οι άνθρωποι μαθαίνουν ευκολότερα και πιο γρήγορα όταν συμμετέχουν ενεργά και βιώνουν καταστάσεις,

• Με τον τρόπο αυτό πετυχαίνουμε μακροπρόθεσμες επιτυχίες μέσα σε μικρά χρονικά διαστήματα,

• Οι αποκτημένες γνώσεις μπορούν νε μεταβιβαστούν και σε άλλες καταστάσεις.

Η βιωματική μάθηση στοχεύει:

• Στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ατόμου καθαρά σε προσωπικό επίπεδο, όπου δίνεται στον καθένα η ευκαιρία για αυτογνωσία και προσπάθεια να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του και να καταπολεμήσει τις αδυναμίες του,

• Στην καλλιέργεια κοινωνικών ικανοτήτων μέσα σε ένα κλίμα επικοινωνίας, διάθεσης για συνεργασία και ικανότητα επίλυσης των διαφορών ανάμεσα στα μέλη της ομάδας,

• Στην κατανόηση περιβαλλοντικών προβλημάτων μέσα από τη δράση στο περιβάλλον και την κατανόηση θετικών και αρνητικών πτυχών από τη συμπεριφορά του ανθρώπου,

• Στη μεταβίβαση των γνωστικών επιτευγμάτων στην καθημερινότητα, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας έλλογης συμπεριφοράς και μιας ικανότητας κατανόησης και συμμετοχής στα κοινωνικά τεκταινόμενα.

Στην εποχή μας με την εχθρική προς τον άνθρωπο διαμόρφωση του τρόπου ζωής, τη διαρκή μετακίνηση των παιδιών τα απογεύματα από εκπαιδευτική δράση σε εκπαιδευτική δράση (χορός, ζωγραφική, ξένες γλώσσες…) και τέλος την υποχρεωτική ακινησία του διαμερίσματος, μπροστά σε μια τηλεόραση, οι προτάσεις της Βιωματικής Παιδαγωγικής για σωματική άσκηση, εκδρομές, σχεδιασμούς project15, κοινωνικές δράσεις (αναδασώσεις, έρανοι…) φαίνεται ότι προσφέρουν ιδιαίτερη παιδαγωγική υπηρεσία τόσο στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού χαρακτήρα, όσο και στην κατεύθυνση μιας θεραπευτικής αγωγής. Δε θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι με την απομάκρυνση από την οικογένεια ενισχύεται ταυτόχρονα η υπευθυνότητα και η αυτονομία των παιδιών.

4. Βιωματική μάθηση

και ελεύθερος χρόνος

Ο ελεύθερος χρόνος των μαθητών σήμερα είναι ιδιαίτερα μεγάλος σε τέτοιο βαθμό που να δημιουργούνται προβλήματα για τη φύλαξή τους στο σπίτι κατά την ώρα απουσίας των γονέων. Τις περισσότερες φορές αναλαμβάνουν αυτό το ρόλο συγγενικά πρόσωπα, που δεν είναι όμως σε θέση να αξιοποιήσουν συστηματικά και στοχευμένα τον ελεύθερο χρόνο. Για το λόγο αυτό υπάρχουν μια σειρά από δραστηριότητες και διάφοροι οργανισμοί που αναλαμβάνουν να βοηθήσουν τους μαθητές στη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις τελούν υπό την επίβλεψη του σχολείου και των κρατικών υπηρεσιών παιδείας, άλλες κατευθύνονται από τους δήμους και διάφορες οργανώσεις κοινωνικής εμβέλειας ή από ιδιώτες. Τις περισσότερες φορές οι γονείς επιλέγουν δραστηριότητες που συμβάλλουν στη φόρτωση του γνωστικού περιεχομένου του παιδιού, ακολουθώντας την άποψη ότι, όσο πιο πολλές γνώσεις συσσωρεύουμε στο μυαλό μας τόσο το καλύτερο. Μπορούμε να αναφέρουμε μια σειρά από δραστηριότητες και προγράμματα που στοχεύουν στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου του παιδιού, όπως:

Σχολεία διευρυμένου ωραρίου

Είναι το γνωστό «ολοήμερο σχολείο» που τείνει νε μεταβληθεί σε θεσμό ενισχυτικής διδασκαλίας ή να υποκαταστήσει τα διάφορα φροντιστήρια κυρίως ξένων γλωσσών. Το γεγονός ότι οι προσφορές αυτές στην περίοδο της κρίσης λειτουργούν για τους γονείς λυτρωτικά είναι σημαντικό, όπως και το ότι δε θα πρέπει μετά το σχολείο να τρέχουν σε μπαλέτα και μουσική διδασκαλία. Είναι όμως τρελό και εξαντλητικό για τα παιδιά να μένουν οχτώ ώρες την ημέρα σε ένα θρανίο και να επαναλαμβάνουν το απόγευμα τη στατική ατμόσφαιρα του πρωινού. Η δεύτερη βάρδια θα πρέπει να έχει ένα περισσότερο παιγνιώδη χαρακτήρα, χωρίς να αποκλείει κάτι τέτοιο να έχουμε ποιοτικά καλύτερα αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό στην απογευματινή βάρδια απαιτούνται παιδαγωγοί με εμπειρία και γνώσεις εμψυχωτή.

Καλλιτεχνικά εργαστήρια

Η σημασία της Τέχνης στην ανάπτυξη του ανθρώπου είναι γνωστή, όπως είναι γνωστό ότι η Τέχνη απελευθερώνει το άτομο, ενισχύει την εκφραστική του δύναμη, ενισχύει τη φαντασία του και την αυτοπεποίθησή του. Υπάρχουν εργαστήρια που είναι απόλυτα σχολειοποιημένα υποχρεώνοντας τους μαθητές να βιώσουν ακόμη μια φορά το μουντό χρώμα της σχολικής τάξης και άλλα που δίνουν έμφαση στη δημιουργικότητα και την ελευθερία έκφρασης του παιδιού. Η τέχνη απαιτεί κανόνες και μέτρα δράσης, αλλά η έκφραση θα πρέπει να ακολουθεί τις ανάγκες του ατόμου που θέλει να εκφραστεί. Είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση δασκάλας ζωγραφικής προς μια μαθήτρια ότι «…τα βουνά τα βάφουμε καφέ, όπως στο χάρτη», ενώ η μαθήτρια με το μοβ που χρησιμοποίησε ήθελε να δείξει τα βουνά κατά τη δύση του ήλιου.

Ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες

Διάφοροι αθλητικοί όμιλοι αναλαμβάνουν να βοηθήσουν τα παιδιά να αθληθούν και να ασχοληθούν με το άθλημα που τους ενδιαφέρει. Πολλές φορές το άθλημα εκφράζει μάλλον τους γονείς και λιγότερο τα παιδιά, αλλά οπωσδήποτε η ενασχόληση με τον αθλητισμό, όταν γίνεται κάτω από την επίβλεψη κατάλληλα επιμορφωμένων γυμναστών, μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά και να ασκήσουν το σώμα τους, σε μια εποχή πλήρους ακινησίας και παράδοσης στις υπηρεσίες της Τεχνολογίας. Ταυτόχρονα με τον αθλητισμό βοηθούνται τα παιδιά να κοινωνικοποιηθούν συνάπτοντας φιλίες με άλλα παιδιά ενδεχόμενα, που τους συνδέει το ενδιαφέρον για το ίδιο άθλημα.

Κατασκηνώσεις

Υπάρχουν παιδιά που μπορούν, έχουν δηλαδή τη δυνατότητα να περάσουν ένα μέρος των διακοπών τους με τους γονείς. Αυτή η ευκαιρία γίνεται όλο σπανιότερη εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας. Μια λύση είναι η κατασκήνωση ποικίλων κρατικών ή κοινωνικών φορέων. Στην κατασκήνωση το παιδί μαθαίνει να διαμορφώνει την ημέρα του, ασφαλώς κάτω από επίβλεψη, χωρίς όμως τον καθοδηγητικό ρόλο της οικογένειας. Είναι ένας τρόπος να μετρήσει τις δυνάμεις του, να γνωρίσει άλλους φίλους, να ζήσει κοντά στη φύση. Υπάρχουν καλές και κακές κατασκηνώσεις. Η επιτυχία εξαρτάται από τη στελέχωση και το πρόγραμμα που διαμορφώνουν. Οπωσδήποτε η κατασκήνωση απευθύνεται σε παιδιά από την Τρίτη Δημοτικού και πάνω. Για τα παιδιά του Νηπιαγωγείου και των μικρών τάξεων του Δημοτικού Σχολείου είναι περισσότερο κατάλληλες οι ολοήμερες δραστηριότητες. Τα παιδιά συμμετέχουν σε κάποιο παιχνίδι λ.χ. στη μορφή ενός project και προσεγγίζουν τη γνώση, συνδέονται συναισθηματικά και γενικά συμμετέχουν στη συγκρότηση της προσωπικότητάς τους, μέσα σε ένα κλίμα ευχάριστο, φιλικό, χωρίς πίεση και με σεβασμό στις προσωπικές του ανάγκες.

Επίλογος

Ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί μια κατάσταση που ανατρέπει τις συνήθειες της καθημερινότητας δίνοντας ένα διαφορετικό ρυθμό, που πολλές φορές αποδιοργανώνει το άτομο. Διαπιστώνουμε πολλές φορές περιπτώσεις γονέων που κυριολεκτικά δεν αντέχουν την παράξενη συμπεριφορά των παιδιών τους και ακούμε διατυπώσεις της μορφής «Να ανοίξουν τα σχολεία και να ησυχάσουμε…». Η αρνητική εικόνα οφείλεται στο γεγονός ότι τόσο τα παιδιά, όσο και οι γονείς δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν αυτό το δώρο κι ότι απαιτείται η συμπαράσταση κάποιων ειδικών που θα βοηθήσουν στον προγραμματισμό και θα στρέψουν τα άτομα σε ποικίλες δράσεις. Ο προγραμματισμός αυτός θα συμβάλει σε μια θετική και ευχάριστη ροή του διαθέσιμου χρόνου, αλλά ταυτόχρονα θα βοηθήσει το άτομο να ενισχύσει την προσωπικότητά του σε πολλούς τομείς της προσωπικότητάς του.

Το ρόλο αυτό αναλαμβάνει η Παιδαγωγική του Ελεύθερου Χρόνου, που εμφανίζεται ως πρόκληση και ανάγκη παρέμβασης από τη στιγμή που ο ελεύθερος χρόνος τόσο των ενηλίκων όσο και των παιδιών παίρνει έντονες διαστάσεις και διαπιστώνεται ότι τα πρόσωπα που έχουν στη διάθεσή τους ελεύθερο χρόνο ή μένουν άπρακτα ή στρέφονται σε δραστηριότητες που πολλές φορές ενδέχεται να έχουν και αρνητικά αποτελέσματα.

Οι παρεμβάσεις διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου θα πρέπει να είναι ανθρωποκεντρικές, να στηρίζονται στις ανάγκες και τις ικανότητες των ατόμων, να διαμορφώνουν ένα κλίμα δημιουργικής απασχόλησης, ενισχύοντας την επικοινωνία και ευαισθητοποιώντας τα άτομα σε θέματα αυτογνωσίας και κοινού ενδιαφέροντος.

1 Στη Γερμανία η αργία της Κυριακής καθιερώνεται το 1891. Κάπου εκεί στις αρχές του εικοστού αιώνα εισάγεται ο νόμος και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα αρχίζει η εφαρμογή της αργίας της Κυριακής το 1910, ενώ το οχτάωρο αρχίζει από το 1920 (Ν. 2269).

2 H. Giesecke (1983): Leben nach der Arbeit, Juventa, Muenchen

3 Κ. Χρυσαφίδης (2003) Η αγωγή στην εποχή του μεταμοντέρνου (M. Goehlich Παιδοκεντρική διάσταση στη μάθηση τυπωθήτω – Γ. Δαρδανός, Αθήνα)

4 Schaefer/Schaller ((1973): Kritische Erziehungswissenschaft und Kommunikative Didaktik, UTB Heidelberg

5 J. Habermas (1974): Theory and Practice (μτφρ. J. Veirtel), Heinemann, London

6 G. Faltin / J. Zimmer (2004): Τα μικρά ψάρια είναι ευέλικτα Επαναπροσδιορισμός του όρου «αγορά» και ο ρόλος της εκπαίδευσης (μτφρ. Ε. Νούσια) τυπωθήτω – Γ. Δαρδανός, Αθήνα

7 Χ. Αθανασιάδης (2001): Δάσκαλοι και Εκπαιδευτικός Δημοτικισμός Μεταίχμιο, Αθήνα

8 Α. Δελμούζος (1950: Το κρυφό σχολειό, Αθήνα

9 Κ. Χρυσαφίδης (1994) Βιωματική Επικοινωνιακή διδασκαλία Η εισαγωγή της μεθόδου project στο σχολείο Gutenberg, Αθήνα

10 J.J.Rousseau (2010) Αιμίλιος ή περί αγωγής (μτφρ. Π. Γκέκα), Πλέθρον, Αθήνα

11 J. Dewey (1993): Demokratie und Erziehung – Eine Einleitung in die philosopfische Paedagogik. Beltz, Weinheim

12 J. Heckhausen /H. Heckhausen (2010) Motivation und Handeln Springer, Berlin

13 Κ. Χρυσαφίδης (2009): Διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, Δίπτυχο, Αθήνα

14 M. Rehm (1997): Gedanken zur Notwendigkeit und Moeglichkeitmder Erlebnispaedagogik in der vorberuflichen und beruflichen Bildung (περιοδικό: Paedagogische Welt τεύχος 9)

15 H. Helm / L. Katz (2002): Μέθοδος project και Προσχολική Εκπαίδευση, Μεταίχμιο, Αθήνα

ΆΡΘΡΑ

Μελισσούλα

των Αργυρώ Παναγιώτου & Κάλλιας Ραμαντάνη Να µια ιδέα: Δημιουργούμε και άλλους ήρωες από...

Λουλούδι σε βάζο

των Αργυρώς Παναγιώτου & Κάλλιας Ραμαντάνη Να µια ιδέα: Δημιουργήστε πρωτότυπες κορνίζες...