1. Η Συναισθηματική αγωγή ως γέφυρα για την αντιμετώπιση της σχολικής βίας (bullying) στο νηπιαγωγείο

1.	Η Συναισθηματική αγωγή ως γέφυρα για την αντιμετώπιση της σχολικής βίας (bullying) στο νηπιαγωγείο

Γράφουν

η Κουτή Μαρία είναι Σχολική Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής, κάτοχος mas-ter φιλοσοφίας και υπ. διδάκτωρ φιλοσοφίας στο Φ.Π.Ψ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνας,

και η Ρέντζη Αργυρώ είναι ειδική νηπιαγωγός ατο 1ο Ειδικό Νηπιαγωγείο Αγίου Δημητρίου. (Μed Ειδικής Αγωγής UK & Med Εκπαιδευτικής Ηγεσίας και Πολιτικής Α.Π.ΚΥ).

Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω για το πώς να ζω, τι να

κάνω και πώς να είμαι, τα έμαθα στο νηπιαγωγείο.

Η σοφία δε βρίσκεται στην κορυφή του σχολικού βου-

νού, αλλά εκεί, στα λοφάκια από άμμο, στο νηπιαγωγείο.

Αυτά είναι τα πράγματα που πρέπει να μαθαίνεις:

Να μοιράζεσαι τα πάντα

Να παίζεις τίμια

Να μη χτυπάς τους άλλους

Να βάζεις τα πράγματα πάλι εκεί που τα βρήκες

Να μην παίρνεις τα πράγματα που δεν είναι δικά σου

Να λες συγγνώμη όταν πληγώνεις κάποιον

Να πλένεις τα χέρια σου πριν από το φαγητό

Να ντρέπεσαι

Να ζεις μια ισορροπημένη ζωή, να μαθαίνεις, να σκέ-

πτεσαι, να σχεδιάζεις, να ζωγραφίζεις, να τραγουδάς, να

χορεύεις, να παίζεις και να εργάζεσαι.

Να θυμάσαι πάντα τη λέξη «κοίτα»-παρατήρησε. Όλα

όσα πρέπει να ξέρουμε βρίσκονται κάπου εδώ μέσα. Ο χρυ-

σός κανόνας – η αγάπη, η οικολογία, η πολιτική, η ισότητα

και η υγιεινή ζωή.

Πάρτε την καθεμία απ’ αυτές τις συμβουλές και εφαρ-

μόστε τη στην οικογενειακή σας ζωή, στην εργασία σας,

στην κυβέρνησή σας, στον κόσμο σας. Θα παραμείνει αληθι-

νή, ξεκάθαρη, σταθερή.

Robert Fulghum

«Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω τα έμαθα στο νηπιαγωγείο»

Η συναισθηματική εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση – αλλιώς συναισθηματική αγωγή αναφέρεται σε όλες τις ικανότητες, που απαρτίζουν τη συναισθηματική νοημοσύνη στα πλαίσια των συναισθηματικών αλληλεπιδράσεων των παιδιών στην οικογένεια και στο σχολείο. Δηλαδή, αναφέρεται στην ικανότητα αντίληψης, έκφρασης και χειρισμού των συναισθημάτων, στον αυτοέλεγχο, στην ενσυναίσθηση, στην ποιοτική επικοινωνία, στη διαδικασία επίλυσης συγκρούσεων και προβλημάτων, στην προσωπική υπευθυνότητα, στην αυτοεκτίμηση και στην αυτοπειθαρχία (Gottman,2000 Γκότοβος, 2002)

Αναφερόμενοι στην έννοια της πειθαρχίας, προσδιορίζουμε ένα σύνολο δεξιοτήτων το οποίο δεν είναι κάτι που οι μαθητές το κατέχουν πάντοτε. Το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να τους το διδάξει χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα μέσα και τρόπους, όπως ακριβώς κάνει και με τα γνωστικά αντικείμενα. Το σύνολο αυτών των δεξιοτήτων αποτελεί μια συγκεκριμένη μορφή μάθησης, την κοινωνική (Ματσαγγούρας, 2006 Αναγνωστοπούλου, Μ., 2002). Ως κοινωνική και συναισθηματική αγωγή ο Maurice Elias ορίζει τη διαδικασία «μέσω της οποίας οι άνθρωποι μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, να ενδιαφέρονται για τους άλλους, να λαμβάνουν σωστές αποφάσεις, να συμπεριφέρονται με υπευθυνότητα και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες, να αναπτύσσουν θετικές σχέσεις και να αποφεύγουν τις αρνητικές συμπεριφορές (Παρασκευά & Παπαγιάννη, 2008 ∙ Elias, et al. 1997). Μια αγωγή βασισμένη πάνω σ’ αυτά τα δεδομένα συνεισφέρει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων απαραίτητων όχι μόνο στη σχολική επιτυχία, αλλά και την ανάπτυξη της ψυχικής υγείας, καθώς οδηγεί στη διαμόρφωση υγιών διαπροσωπικών σχέσεων (Δεληκανάκη, 2005 Παπαδάκη-Μιχαηλίδη, 1998).

Η προσαρμογή στο σχολικό χώρο θεωρείται επιτυχημένη όταν το παιδί αντιμετωπίζει τα προβλήματα στο νέο περιβάλλον, εντάσσεται στην ομάδα των συνομηλίκων, συνεργάζεται ως υπεύθυνο μέλος, ισότιμο και δημιουργικό καλλιεργεί τις ψυχικές του δυνάμεις, αναπτύσσει φιλικές σχέσεις, ικανοποιεί γενικότερα τις ανάγκες του και αισθάνεται χαρούμενο και ευτυχισμένο. (Χρυσαφίδης Κ., 1994)

Πολλές φορές οι ενδοσχολικές συγκρούσεις καθιστούν το σχολικό περιβάλλον εχθρικό και μη ασφαλές. Βλέπουμε, έτσι, πολλά παιδιά να φοβούνται να μπουν στη τάξη, πολύ πιθανό επειδή έχουν εμπλακεί σε μια σύγκρουση χωρίς τη θέλησή τους ή επειδή έχουν υποστεί κάποιας μορφής θυματοποίηση. Ο στόχος του κάθε εκπαιδευτικού είναι να εξασφαλίσει ένα περιβάλλον ήρεμο, φιλικό και ελκυστικό αντιμετωπίζοντας ακόμα και τις προβληματικές καταστάσεις ως ευκαιρίες για εποικοδομητικό διάλογο και θετική αλληλεπίδραση. Βοηθάμε τα παιδιά να μάθουν τα ίδια πώς να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις, στις οποίες αναπόφευκτα εμπλέκονται, περισσότερο εποικοδομητικά. Όταν τα παιδιά βιώνουν το αίσθημα της επιτυχίας με τη διαπραγμάτευση, τη διαμεσολάβηση και την από κοινού λήψη αποφάσεων στο σχολείο, έχουν περισσότερες πιθανότητες να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες διαδικασίες και σε άλλες περιστάσεις της ζωής τους (Δενδάκη, 2007). Το σχολείο μπορεί να διδάξει στους μαθητές συμπεριφορές εναλλακτικές στη βία και να προσφέρει το βίωμα ότι οι συμπεριφορές μας έχουν συνέπειες. Όταν γίνεται εποικοδομητική διαχείριση των συγκρούσεων, ο σεβασμός, η ανοχή, το ενδιαφέρον για τον άλλον και η αίσθηση της κοινότητας αποτελούν στοιχεία που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της σχολικής ζωής (Δενδάκη, 2007). Η διαχείριση συγκρούσεων ορίζεται από τους Bloomfield & Reilly (1998) ως ο θετικός και εποικοδομητικός χειρισμός της διαφοράς και της απόκλισης. Αυτό σημαίνει ότι δεν προσπαθούμε να εξαλείψουμε τη σύγκρουση, αλλά επιχειρούμε: να ασχοληθούμε με τη σύγκρουση με εποικοδομητικό τρόπο - να εντάξουμε τα αντίπαλα μέρη σε μια συνεργατική διαδικασία - να σχεδιάσουμε ένα πρακτικό, εφαρμόσιμο σύστημα για την εποικοδομητική διαχείριση της διαφοράς. (Δενδάκη 2007). H προβληματική συμπεριφορά έγκειται στο γεγονός ότι το παιδί δεν μπορεί να κατανοήσει και να τηρήσει γενικώς αποδεκτούς κανόνες στο παιχνίδι, την αλληλεπίδραση με συνομήλικους και ενήλικες. Κατά τον Piaget η ηθική είναι γενικά «ένα σύστημα κανόνων και η ουσία της ηθικής πρέπει να αναζητείται στο σεβασμό που αποκτά το άτομο για τους κανόνες αυτούς» (Κακαβούλης, 1994, Κουτή Μ.,& Ποταμιάνου Α., 2013).

Το ζητούμενο βέβαια, είναι ο μαθητής να κατανοήσει από μόνος του τη σημασία της πειθαρχίας στην απόκτηση των γνώσεων, της προσαρμογής και της προσωπικής του επιτυχίας. Βασικό ρόλο εδώ παίζει η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης, καθώς επιδρά σε πολλούς τομείς της προσωπικότητάς τους όπως: στη νόηση, στην κοινωνική επάρκεια και στη συναισθηματική ανάπτυξη (Κουρμούση & Κούτρας, 2011). Ο Landy επισήμανε ότι όσο το επίπεδο της αυτοεκτίμησης αυξάνεται, τόσο βελτιώνονται και οι ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών στο σχολείο ( Landy, 2009). Επίσης, ο ίδιος τόνισε ότι τα παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση εμφανίζουν κοινωνικές δεξιότητες, όπως να συμμορφώνονται ευκολότερα σε κανόνες (πειθαρχία), να δημιουργούν φιλίες, να εντάσσονται σε ομάδες, να αποδέχονται τη διαφορετικότητα και να μην εμφανίζουν επιθετικότητα, καθώς υπάρχει συναισθηματική ισορροπία. Η παραπάνω επισήμανση ενδυναμώνει την ανάγκη της συναισθηματικής αγωγής στα παιδιά, καθώς αφορά όλα τα παιδιά και όλους τους ενήλικες που εμπλέκονται σε οποιαδήποτε μορφή σχέσης με αυτά. Αφορά δηλαδή τους γονείς, τους δασκάλους και γενικά όλα τα άτομα που φροντίζουν και ασχολούνται με τα παιδιά ή καθοδηγούν ομάδες παιδιών. Ο συναισθηματικός όμως τρόπος διαπαιδαγώγησης απαιτεί εκμάθηση νέων δεξιοτήτων από τους ενήλικες: Εμείς δηλαδή, οι «μεγάλοι», χρειάζεται να μάθουμε και να ασκηθούμε σε βαθύτερους και ουσιαστικότερους τρόπους επικοινωνίας, ώστε στη συνέχεια να είμαστε σε θέση να «διδάξουμε » - να «συνεκπαιδεύσουμε» τα παιδιά σε κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες. (Gottman, 2000)

Βασικό στοιχείο ανάδειξης της ανάγκης για ανάπτυξη συναισθηματικών δεξιοτήτων στα παιδιά αποτελεί η εμφάνιση του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού και βίας (school bullying) στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Αυτό το φαινόμενο αφορά μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά, με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση ψυχικού και σωματικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους εντός και εκτός σχολείου (Olwnes, 2003). Η επιθετικότητα αυτή εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Τα μικρότερα παιδιά νηπιακής και πρώτης σχολικής ηλικίας εκφράζονται περισσότερο με το σώμα τους, ενώ τα μεγαλύτερα χρησιμοποιούν πιο πολύ λεκτικές μορφές.

Είναι ουσιαστική, λοιπόν, η πρόληψη μέσω του αυτοελέγχου και της αυτορρύθμισης των συναισθημάτων από την προνηπιακή ηλικία, καθώς χωρίς τον αυτοέλεγχο το μικρό παιδί αναστατώνεται, γίνεται επιθετικό προς τους συνομηλίκους του, προκαλεί συνεχώς τους γονείς και τους δασκάλους του, καθώς κατακλύζεται από αρνητικά συναισθήματα, και μειώνεται, έτσι, η αυτοεκτίμησή του (Κουρμούση & Κούτρας, 2011). Εδώ βασική είναι η παρέμβαση του σχολείου και των εκπαιδευτικών, οι οποίοι μπορούν να αναπτύξουν δραστηριότητες στην τάξη για την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και τη διαχείριση του θυμού. Για παράδειγμα, ενδεικτικά, στο νηπιαγωγείο, όπως και στις μικρές τάξεις του δημοτικού, μπορούν οι εκπαιδευτικοί να χρησιμοποιούν την ενσυναίσθηση, ρωτώντας το παιδί πώς αισθάνεται, γιατί αισθάνεται έτσι. Επίσης, πρέπει να δείχνουν ότι αναγνωρίζουν το θυμό τους, «βλέπω ότι έχεις θυμώσει!», ενώ είναι σημαντικό να τα ενθαρρύνουν να αιτιολογήσουν το λόγο του θυμού τους, καθώς τα παιδιά έχουν ανάγκη να εμπιστευτούν έναν ενήλικα για να εξωτερικεύσουν αυτό που τα αναστατώνει. Σε αυτό το σημείο μπορούν να σκεφτούν τρόπους χαλάρωσης του θυμού τους από μόνα τους, ενώ μπορούν να διδαχτούν τρόπους χαλάρωσης με «διαφραγματική αναπνοή», να ξαπλώσουν, δηλαδή, ανάσκελα και να αναπνέουν από την κοιλιά, τοποθετώντας το χέρι τους επάνω, ώστε να αισθάνονται την κίνησή της. Σημαντική είναι η έκφραση των συναισθημάτων μέσα από τις τέχνες. Μπορούν να ζωγραφίσουν το περιστατικό που τους προκάλεσε το θυμό και να το περιγράψουν στους συμμαθητές τους, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια εποικοδομητική συζήτηση, ώστε να δοθούν λύσεις διαφορετικού και καλύτερου χειρισμού της κατάστασης. Η μουσική είναι ένας τρόπος ξεσπάσματος του θυμού. Το θυμωμένο παιδί μπορεί να αναγνωρίσει και να χορέψει στον έντονο ρυθμό μιας «θυμωμένης μουσικής» (π.χ. χιπ χοπ). Στη συνέχεια, αφού εκφράσει το θυμό του μπορεί να χαλαρώσει, χορεύοντας στους ήχους μιας ήρεμης μπαλάντας. Τέλος, χρησιμοποιώντας την παιδική λογοτεχνία μπορούν να διαβαστούν ιστορίες όπως: «Ο θυμωμένος Άρθουρ (εκδ. Ρώσση) ή «Τα χέρια δεν είναι για να δέρνουμε» (εκδ. Μεταίχμιο) και μέσα από το διάλογο, που θα ακολουθήσει να τεθούν ερωτήματα όπως: «Γιατί ο ήρωας αισθάνεται έτσι;», «Τι θα κάνατε εσείς αν βρισκόσασταν στη θέση του;», «Πώς μπορεί να λυθεί το πρόβλημα;» κ.τ.λ. Τέλος, οι ιστορίες μπορούν να αναπαραχθούν μέσα από το θεατρικό παιχνίδι και το κουκλοθέατρο, ώστε τα παιδιά να βιώσουν τα συναισθήματα του ήρωα (ενσυναίσθηση) και να προτείνουν λύσεις για ένα αισιόδοξο και διαφορετικό τέλος της ιστορίας.

Απαιτείται λοιπόν και η δική μας προσωπική ανάπτυξη. Χρειάζεται να αγωνιστούμε για να μάθουμε και να μπορέσουμε να διδάξουμε περισσότερα στα παιδιά μας. Τότε μόνο αρχίζει μια ουσιαστική ανοιχτή επικοινωνία ανάμεσα σ΄ εμάς και στα παιδιά, όταν κατανοήσουμε ότι μπορούμε να μάθουμε κι εμείς απ΄ αυτά. Και τότε όλοι μας, σε μια πορεία αναζήτησης ουσιαστικών σχέσεων, γινόμαστε δάσκαλοι και ταυτόχρονα μαθητές. (Κυριαζοπούλου - Βαληνάκη, 1977 ∙ Μαλικιώση–Λοΐζου 2001). Οι συνειδητές αυτές συναισθηματικές καταστάσεις περιλαμβάνουν παρωθητικές ιδιότητες που δραστηριοποιούν τον οργανισμό και κατευθύνουν τη συμπεριφορά του σε επιθυμητό αντικείμενο ή απομακρύνουν το άτομο από απειλητικές καταστάσεις. (Κασιόλα, 1981).

Η ζωή χωρίς συναισθήματα θα ήταν μονότονη και ανιαρή. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι τα πολύ έντονα συναισθήματα, όταν ξεφεύγουν από τον έλεγχό μας, καταστρέφουν την αυτοπεποίθησή μας, συσκοτίζουν την κρίση μας και μειώνουν την πιθανότητα της επιτυχίας μας. Με λίγα λόγια, είναι εχθροί της ψυχικής μας υγείας. Το άτομο λοιπόν για να διατηρήσει την ψυχική του υγεία είναι απαραίτητο να εκφράζει τα συναισθήματα που νιώθει και να αποφεύγει την καταπίεσή τους. (Πατζάρη-Παπανδρέου, 1997)

Συναισθηματικά υγιές άτομο είναι εκείνο που μπορεί να διατηρήσει ισορροπία ανάμεσα στην έκφραση των συναισθηματικών του παρορμήσεων και στον έλεγχο πάνω σ΄ αυτές. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει στην περίπτωση αυτή η οικογένεια και το σχολείο δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την καλλιέργεια και τον έλεγχο των συναισθημάτων του παιδιού. (Κασιόλα, 1981, Κουτή Μ, & Ποταμιάνου Α 2010).

Άρα το μυστικό της επιτυχημένης ανατροφής, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο οι ενήλικες αντιμετωπίζουν και στηρίζουν τα παιδιά και ειδικά στις μεταβατικές περιόδους της ζωής τους, δε βρίσκεται σε εξεζητημένες θεωρίες, πολύπλοκους οικογενειακούς κανόνες ή σύνθετους και ασαφείς κώδικες συμπεριφοράς. Βρίσκεται στα βαθύτατα συναισθήματα αγάπης και στοργής για το παιδί και εκφράζεται με την ενσυναίσθηση, την κατανόηση και το σεβασμό της προσωπικότητας του. (Κάντζου Ν.Δαμηλάκη Ρ., Λαμπρινέα Ζ., Κανελλόπουλος Γ. 2009, Κουτή Μ., 2009)

Συνεπώς η σωστή διαπαιδαγώγηση ξεκινά από την καρδιά και συνεχίζεται – την κάθε στιγμή με την ενασχόληση του γονέα και του εκπαιδευτικού με τα παιδιά όταν αυτά είναι φορτισμένα, λυπημένα, θυμωμένα, φοβισμένα. Η ουσία της διαπαιδαγώγησης είναι να βρίσκονται δίπλα τους μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, όταν η παρουσία τους έχει πράγματι σημασία γι’ αυτά. (Παρασκευόπουλος, 1985 Gottman, 2000).

Οι συναισθηματικές αλληλεπιδράσεις παιδιών και ενηλίκων είναι δυνατόν να ασκήσουν μακροπρόθεσμα μεγάλη επίδραση στην ευημερία των παιδιών. Με τη διαπαιδαγώγηση, γονείς και εκπαιδευτικοί δε σκοπεύουν να δημιουργήσουν υπάκουα και υποχωρητικά παιδιά, αλλά επιθυμούν να αναθρέψουν ηθικά και υπεύθυνα άτομα που θα συνεισφέρουν στην κοινωνία, που θα έχουν το σθένος να κάνουν τις δικές τους επιλογές στη ζωή, που θα ικανοποιούνται με αυτά που πετυχαίνουν αξιοποιώντας τα ταλέντα και τις ικανότητές τους, που θα χαίρονται τη ζωή και και θα είναι ικανά να οικοδομούν καλές σχέσεις στο χώρο που βρίσκονται. (Πατζάρη-Παπανδρέου ,1997 ∙ Gottman, 2000).

Έρευνες έχουν δείξει ότι, όταν οι φύσει παιδαγωγοί - γονείς και εκπαιδευτικοί - εφαρμόζουν συναισθηματική αγωγή, τότε τα παιδιά γίνονται πιο ανθεκτικά και ευπροσάρμοστα. Φυσικά όπως όλα τα παιδιά έτσι κι αυτά λυπούνται, θυμώνουν, φοβούνται κάτω από συγκεκριμένες αντίξοες συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, είναι πιο ικανά να χαλαρώνουν, να ηρεμούν, να βγαίνουν από τη δύσκολη θέση και να συνεχίζουν τις παραγωγικές τους ιδιότητες. (Πατζάρη-Παπανδρέου,1997 ∙ Κουτή , & Ποταμιάνου, 2010)

Είναι γεγονός ότι η συναισθηματική κάλυψη των παιδιών και η καλή σχέση και επικοινωνία των μελών μιας οικογένειας η ενός σχολείου οδηγούν στη σωστή εφαρμογή ορίων μέσα στο σπίτι, αλλά και μέσα στο σχολικό περιβάλλον. (Κουτή Μ.)

Ο σεβασμός δηλαδή της προσωπικότητάς τους από πολύ μικρή ηλικία είναι στοιχείο εξαιρετικά σημαντικό για την εφαρμογή της πειθαρχίας. Όπως επίσης σημαντικό θεωρείται να διαμορφώνουμε προϋποθέσεις θερμού και δημιουργικού κλίματος και να αποτελούμε οι ίδιοι πρότυπο καλής συμπεριφοράς. (Κουτή, 2009)

Συμπερασματικά η πειθαρχία στη μάθηση και στη συμπεριφορά είναι αναγκαία καθώς χωρίς αυτήν δεν υπάρχει πρόοδος στη ζωή, στην καθημερινότητα, στο διάβασμα, στο παιχνίδι, στην τάξη, στην αυλή, στη λογική, στις ανθρώπινες σχέσεις, στη συμπεριφορά και στη διαγωγή, στη σκέψη, στην κοινωνία, στη δημοκρατία. Ολόκληρος ο δημοκρατικός μας πολιτισμός βασίζεται στους κανόνες και στην πειθαρχία προς αυτούς. Επάνω στην πειθαρχία αλλά και στη συναισθηματική αγωγή πρέπει να βασιστεί η μαθησιακή διαδικασία, οι σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους αλλά και με τους παιδαγωγούς τους, ο σχεδιασμός του μέλλοντος των παιδιών.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να μας εμπιστευτούν τα παιδιά, να καταλάβουν πώς δημιουργούμε μαζί τους τις σωστές βάσεις που είναι καθοριστικές για την εξέλιξή τους και πώς μεθοδεύουμε την απόκτηση της γνώσης για τον κρίσιμο αγώνα της ζωής τους και την ανέλιξή τους μέσα στην κοινωνία. Να κατανοήσουν πως είμαστε σύμμαχοί τους στο δύσκολο αγώνα τους.

Βιβλιογραφία

Eλληνική

Αναγνωστοπούλου, Μ. (2008). Το ζήτημα της πειθαρχίας στην Εκπαίδευση . Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη

Γκότοβος, Α. Ε., (2002). Παιδαγωγική Αλληλεπίδραση.Επικοινωνία και Κοινωνική Μάθηση στο Σχολείο,Αθήνα: Gutenberg

Gottman J. (2000). H συναισθηματική Νοημοσύνη των παιδιών. (Χ. Ξενάκη, μεταφρ.). Αθήνα: εκδ. Ελληνικά Γράμματα,

Δεληκανάκη Ν., (2005), Συναισθηματική Αγωγή, Κατανόηση και βιωματική προσέγγιση συναισθημάτων, Αθήνα: Ταξιδευτής

Δενδάκη, Α. (2010). Η ανθρωπιστική προσέγγιση στο Συμπεριφορά στο σχολείο, Α-ξιοποιούμε δυνατότητες. Αντιμετωπίζουμε προβλήματα . Αθήνα

Κακαβούλη Α. (1990) Ψυχοπαιδαγωγική- Συναισθηματική Ανάπτυξη και Αγωγή, Αθήνα αυτοέκδοση

Κάντζου Ν. Δαμηλάκη Ρ., Λαμπρινέα Ζ., Κανελλόπουλος Γ. (2009) Ο κήπος των συναισθημάτων ) Αθήνα: εκδόσεις. Δίπτυχο

Κασιόλα Ε. (1981). Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα: αυτοέκδοση

Κουρμούση, Ν. & Κούτρας,Β. (2013) Βήματα για τη Ζωή. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση.

Κουτή, Μ. (2009) .Πειθαρχία και συναισθηματική αγωγή ως γέφυρες για την ομαλή μετάβαση από τη μια σχολική βαθμίδα στην άλλη. Στο: Π. Μανωλάκος (επιμ.) , Επιμορφωτικές προτάσεις από εκπαιδευτικούς της πράξης προς εκπαιδευτικούς της τάξης ( 21-25). Αθήνα: Αυτοέκδοση

Κουτή Μ., Η συναισθηματική αγωγή ως μέσο μετάβασης απ’ το νηπιαγωγείο στο δημοτικό. Ανακτήθηκε από το δικτυακό τόπο http://nip-oloimero.sch.gr

Κουτή Μ, & Ποταμιάνου Α,( 2010). Προβλήματα συμπεριφοράς στην προσχολική και πρωτοσχολική ηλικία, Τεχνικές και στρατηγικές αντιμετώπισης. Από τη θεωρία στην πράξη. Αθήνα: Εκδόσεις Έλλην

Μ, & Ποταμιάνου Α,( 2013). Προβλήματα συμπεριφοράς των νηπίων στο σχολείο στο Μέλλου Ε., (επιμ. ) Εκπαιδευτικό βοήθημα μικρών παιδιών .Θεωρία & πράξη, 57-68. Ανακτήθηκε από το δικτυακό τόπο http://dipe-anatol.att.sch.gr/013/me310813.pdf

Κυριαζοπούλου- Βαληνάκη, Τ. Νηπιαγωγική 2 Προσχολική Αγωγή, Θεωρία – Μέθοδοι Α΄, Αθήνα: Αδελφοί Βλάσση

Παρασκευόπουλου Ι.,( 1981) «Προσχολική και Σχολική ηλικία», Εξελικτική Ψυχολογία τ. 2, Αθήνα :αυτοέκδοση

Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (2001). Η Συμβουλευτική Ψυχολογία στην εκπαίδευση (Από τη θεωρία στην πράξη). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Ματσαγγούρας Η. (2006). Η σχολική τάξη. Αθήνα: Εκδ. Γρηγόρη

Παπαδάκη-Μιχαηλίδη Ε. (1998). Η σιωπηλή γλώσσα των συναισθημάτων, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Olwnes, D.. (2003). Εκφοβισμός και βία στο σχολείο. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε να κάνουμε; Αθήνα: Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.

Πατζάρη-Παπανδρέου Ε. (1977). Ψυχολογία, Η επιστήμη της Συμπεριφοράς, Αθήνα: αυτοέκδοση

Παρασκευά Φ. & Παπαγιάννη Α. (2008). Επιστημονικές και παιδαγωγικές δεξιότητες για τα στελέχη της εκπαίδευσης, Αθήνα

Fulghum, Robert. (1992). Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω τα έμαθα στο νηπιαγωγείο Αθήνα: Λύχνος

Χρυσαφίδης Κ.,(1994) Βιωματική-Επικοινωνιακή Διδασκαλία—Η εισαγωγή της μεθόδου project στο σχολείο, εκδ. Gutemberg, Αθήνα

Ξενόγλωσση:

Bloomfield, D. & Reilly B. (1998). The changing nature of conflict and conflict man-agement

Landy, D. (2009). Pathways to competence. Encouraging healthy, social and emo-tional development in young children. Baltimore: Paul H. Brooks.

Elias M.J., Zins J.E., Weissberg R.P., Frey K.S, Greenberg M.T., Haynes N.M., Kes-ler R., Schwab-Stone M.E. & Shiver T.P. (1997). Promoting social and emo-tional learning: Guidelines for educators. Alexandria VA: Association for Su-pervision and Curriculum Development

ΆΡΘΡΑ

Πώς ο εκπαιδευτικός μπορεί να βοηθήσει το παιδί να διαχειριστεί την απώλεια και το πένθος

Προσαρμογή - επιμέλεια κειμένου Νίκη Μουλαγιάννη, MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια Οικογενειακή...

Οικονομική κρίση: Πώς μπορεί ο εκπαιδευτικός να βοηθήσει παιδιά και γονείς να διαχειριστούν αποτελεσματικά αβέβαιες και κρίσιμες καταστάσεις

Προσαρμογή - επιμέλεια κειμένου Νίκη Μουλαγιάννη, MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια Οικογενειακή...