Μεταβατικά φαινόμενα και αντικείμενα. Ο ρόλος τους στη διαδικασία της ανάπτυξης του παιδιού και οι κατάλληλοι χειρισμοί.

Μεταβατικά φαινόμενα και αντικείμενα. Ο ρόλος τους στη διαδικασία της ανάπτυξης του παιδιού και οι κατάλληλοι χειρισμοί.

Γράφει

η Γιάννα Σέργη,

Δρ Επιστημών της Αγωγής

Σχολική Σύμβουλος Π.Α. Β΄ Αθήνας

Τα μεταβατικά φαινόμενα είναι ορισμένες συμπεριφορές που αναπτύσσουν τα μικρά παιδιά,

κάποιοι ήχοι όπως το μουρμούρισμα ή κάποια κινητική ιδιομορφία όπως το χάιδεμα του προσώπου

με τα δάχτυλα ενώ μπορεί να έχουν ταυτόχρονα τον αντίχειρα στο στόμα,

τις οποίες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας αλλά και πριν

από τον ύπνο για να κατευνάσουν την ανησυχία και τους φόβους τους.

Η έννοια των μεταβατικών φαινομένων και των μεταβατικών αντικειμένων, την οποία εισήγαγε ο Winnicott, σχετίζεται με τις πρώτες προσπάθειες ανεξαρτητοποίησης του παιδιού και προϋποθέτει την ύπαρξη του συναισθήματος ασφάλειας στο δεσμό, δηλαδή στην ισχυρή συναισθηματική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της μητέρας ή του υποκατάστατού της και του βρέφους κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του (Bowlby, 1969 . Cole & Cole: 2002. Καφέτσιος, 2005).

Τα μεταβατικά φαινόμενα είναι ορισμένες συμπεριφορές που αναπτύσσουν τα μικρά παιδιά, κάποιοι ήχοι όπως το μουρμούρισμα ή κάποια κινητική ιδιομορφία όπως το χάιδεμα του προσώπου με τα δάχτυλα ενώ μπορεί να έχουν ταυτόχρονα τον αντίχειρα στο στόμα, τις οποίες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας αλλά και πριν από τον ύπνο για να κατευνάσουν την ανησυχία και τους φόβους τους (Πολεμικός, 2000). Τα μεταβατικά αντικείμενα είναι πράγματα του εξωτερικού κόσμου, συνήθως με απαλή υφή, όπως μια μαξιλαροθήκη, ένα μαντίλι της μητέρας, η άκρη μιας κουβερτούλας, η πιπίλα κ.ά. παρόμοια, τα οποία επιλέγουν τα παιδιά, ανεξαρτήτως φύλου, και καταγίνονται επίμονα με αυτά. Τα μεταβατικά φαινόμενα και αντικείμενα συμβολίζουν για τα παιδιά το στήθος και τις δεξιότητες της μητρότητας ή την ίδια τη μητέρα. Με τη χρήση τους τα παιδιά ανακαλούν τις πρώιμες θετικές εμπειρίες από την ικανοποίηση των αναγκών τους (κράτημα, τάϊσμα, θαλπωρή κ.λπ.) κατά την πρωταρχική υπεραπασχόληση της μητέρας με το βρέφος. Έτσι λειτουργούν ως υποκατάστατα της μητέρας. Δηλαδή, η κύρια αποστολή τους είναι η αναπλήρωσή της όταν αυτή απουσιάζει ή βρίσκεται κάπου εκεί, αλλά όχι δίπλα στο βρέφος ή όταν δεν ασχολείται μαζί του και αυτό βιώνει μια ματαίωση από την έλλειψή της (Winnicott, 2003. Raymond-Rivier, 1989). Ο όρος «μεταβατικά» δηλώνει ακριβώς τη μετάβαση από τη συμβιωτική σχέση του βρέφους με τη μητέρα του, από τον αδυαδισμό και την υποκειμενικότητα που χαρακτηρίζεται από την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του βρέφους, στη δημιουργία μιας σχέσης με αντικείμενα τα οποία βρίσκονται έξω από τον εαυτό του, όταν αρχίζει να αντιλαμβάνεται την εξωτερική πραγματικότητα, να αυτονομείται, να διαμορφώνει σύμβολα και να παίζει (Winnicott, 1976. Τσαμπαρλή, 2004). Αποτελούν για το παιδί μια φαντασίωση, μέσω της οποίας διατηρούν τη σύνδεσή τους με την απούσα μητέρα και ταυτόχρονα είναι ένα κράμα της μητέρας όταν κυριαρχούσε ο υποκειμενισμός και της μητέρας στην αντικειμενική φάση.

Το βρέφος, προκειμένου να ανεχτεί τις πρωταρχικές ματαιώσεις σπρώχνει τη γροθιά ή το δάχτυλό του στο στόμα ή χρησιμοποιεί μέρη του μητρικού σώματος (στόμα, δέρμα κ.λπ.), τα λεγόμενα προδρομικά αντικείμενα (precursor objects), καθώς και το οξύ κλάμα ως αντίδραση στο σωματικό πόνο που δηλώνει θυμό και οργή μετά από μια στέρηση ή μια απώλεια (ό.π.:68,73). Στη συνέχεια, ανακαλύπτει, αυτόβουλα, ένα αντικείμενο έξω από το σώμα του και το σώμα της μητέρας του, με το οποίο συνδέεται στενά και, μάλιστα, το ονομάζει με μια λέξη που συνήθως έχει ακούσει, πριν ακόμη αρχίσει να μιλάει σωστά. Η δραστηριότητα αυτή εμφανίζεται από τον έκτο περίπου έως το δωδέκατο μήνα της ζωής και μπορεί να διαρκέσει έως και πολύ περισσότερο από ένα χρόνο, ώσπου το μεταβατικό αντικείμενο να χάσει το νόημά του (Winnicott, 2003). Οι μεταβατικές λειτουργίες είναι φυσιολογικές και, μάλιστα, «αποτελούν ένδειξη υγιούς ανάπτυξης». Έτσι, η μητέρα (ή όποιο άλλο πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται το βρέφος) αν απομακρυνθεί για ένα διάστημα που ξεπερνάει τα όρια της ανοχής του, η εσωτερική αναπαράστασή της μπορεί να σβήσει, η απουσία της να βιωθεί ως μόνιμη και το βρέφος να μην είναι ικανό να χρησιμοποιήσει τα μεταβατικά φαινόμενα ή αντικείμενα. Αν όμως η απουσία της μητέρας δεν ξεπερνάει τα όρια της ανοχής του, δε συντελείται άμεση αλλαγή στον ψυχικό του κόσμο. Με την επιστροφή της η εσωτερική αναπαράστασή της αναδημιουργείται, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό της επανεδραιώνεται και το βρέφος επαναλαμβάνει τις μεταβατικές του δραστηριότητες.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της σχέσης παιδιού και μεταβατικού αντικειμένου είναι η παρηγορία, η τρυφερότητα και ο κατευνασμός της ανησυχίας που αισθάνεται το παιδί από την έλλειψη της μητέρας (άμυνα στο άγχος), η απόλυτη δικαιοδοσία που έχει πάνω στο μεταβατικό αντικείμενο και η δυνατότητά του να εκφράσει σε αυτό την επιθετικότητά του.

Η λειτουργία των μεταβατικών φαινομένων και αντικειμένων εμφανίζεται, όπως προαναφέρθηκε, αφού η μητέρα έχει αφιερωθεί στο βρέφος με απόλυτη προσαρμογή, έχει ταυτιστεί μαζί του παρέχοντάς του ασφάλεια και ικανοποιώντας τις ανάγκες του, στηρίζοντας έτσι την αίσθηση παντοδυναμίας του. Είναι η μητέρα που ικανοποιεί «στον παιδικό ψυχισμό το πρότυπο της “ιδανικής” μητέρας, δηλαδή τον Άλλο των επιθυμιών και των φαντασιώσεων του παιδιού» και δεν του προκαλεί έντονες εσωτερικές συγκρούσεις (Καΐλα & Ξανθάκου, 1993). Η σχεδόν απόλυτη ικανοποίηση των αναγκών του βρέφους όμως, γίνεται σχετική σταδιακά από τη μητέρα, η οποία από-προσαρμόζεται, αναγνωρίζει και διευκολύνει τη νέα ανάγκη του παιδιού της για ανεξαρτητοποίηση βοηθώντας το να διαλύσει την αυταπάτη της παντοδυναμίας, να αυξήσει τη δραστηριότητα του Εγώ του και να το αναγνωρίσει. Τώρα η μητέρα περιορίζει την απόλυτη δοτικότητά της, ασχολείται περισσότερο με τον εαυτό της και τις υποχρεώσεις της και αρχίζει να στερεί και να απαγορεύει, προκειμένου να διαπαιδαγωγήσει και να προστατεύσει το μικρό παιδί από τους κινδύνους της καθημερινότητας, οι οποίοι ελλοχεύουν κατά τις προσπάθειές του να εξερευνήσει τον περιβάλλοντα χώρο. Σε αυτή τη φάση λειτουργεί και πάλι το μεταβατικό αντικείμενο και, μάλιστα, με ορισμένα πλεονεκτήματα έναντι της μητέρας, εφόσον δεν τιμωρεί, δε χτυπά, δεν απαγορεύει, δεν παραμελεί, είναι διαχειρίσιμο και ελέγξιμο από το παιδί, δε ματαιώνει (Γαλανάκη, 2003). Τα μεταβατικά αντικείμενα που χρησιμοποιούν τα παιδιά της νηπιακής ηλικίας λέγονται δευτερογενή και είναι συνήθως κάποια παιχνίδια, όπως ένα μαλακό ζωάκι ή μια κούκλα, ή ακόμα και κάποιο άλλο πιο σκληρό παιχνίδι όπως ένα αυτοκινητάκι, οτιδήποτε είναι σταθερά διαθέσιμο και ευχάριστο στο παιδί και η σχέση που δημιουργεί μαζί του το βοηθάει να ανακουφιστεί από τις νέες ματαιώσεις που βιώνει. Σε καταστάσεις συναισθηματικής στέρησης, εγκατάλειψης ή βίωσης ενός αποχωρισμού, οπότε το παιδί δεν μπορεί να δεχτεί στοργή ή να παίξει, το μεταβατικό αντικείμενο έχει αμυντική λειτουργία έναντι του άγχους που αισθάνεται στην προσπάθειά του να αποδεχθεί την πραγματικότητα και να τη συσχετίσει με τις ανάγκες του. Η επίπονη αυτή προσπάθεια, το καθήκον δηλαδή της αποδοχής της πραγματικότητας και η ανάγκη συσχετισμού της με την εσωτερική πραγματικότητα δεν εκπληρώνεται ποτέ. Διαρκεί σε όλη τη ζωή του ανθρώπου, όπως και η αναζήτηση της ανακούφισης σε μια ενδιάμεση περιοχή της εμπειρίας που δεν αμφισβητείται (Winnicott, 1979:43). Για τα παιδιά αυτή η περιοχή βρίσκεται μεταξύ της μητέρας και του εαυτού τους, μεταξύ υποκειμενικού και πραγματικού, μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας και που ορίστηκε από τον Winnicott ως «δυνητικός χώρος». Στην ενδιάμεση αυτή περιοχή το παιδί χωρίς εξωτερικές επιδράσεις, μπορεί να συγκεντρωθεί, να δημιουργήσει, να αισθανθεί ζωντανό, να ανακαλύψει τον εαυτό του σε κλίμα χαλάρωσης, ηρεμίας και ικανοποίησης.

Με την αύξηση της ηλικίας και κατακτώντας το παιδί τη μονιμότητα των εσωτερικών αντικειμένων (object constancy) το μεταβατικό αντικείμενο χάνει την αξία του και το παιδί το εγκαταλείπει, ενώ δεν το πενθεί, δεν το απωθεί, αλλά και δεν το ξεχνά. Τα μεταβατικά αντικείμενα «γίνονται ένα σύνολο φαινομένων που διαχέονται στο χώρο του παιδικού παιχνιδιού και στα πολιτιστικά ενδιαφέροντα και τις δραστηριότητες - δηλαδή στην εκτεταμένη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο και στο όνειρο» (Winnicott,1976:199). Επειδή η εμπειρία από τη χρήση των μεταβατικών αντικειμένων που βίωσε το παιδί κατά τη βρεφονηπιακή ηλικία παραμένει ζωντανή, επανεμφανίζεται και σε επόμενα στάδια σε κρίσιμες μεταβάσεις, σε στιγμές μοναξιάς, σε ματαιωτικές καταστάσεις, πριν τον ύπνο ή σε περίπτωση απειλής από καταθλιπτική διάθεση. Κατά την εφηβική ηλικία τα μεταβατικά φαινόμενα και αντικείμενα είναι διαφοροποιημένα και εμφανίζονται με τη μορφή κατασκευών, ζωγραφικής, ακούσματος μουσικής, ονειροπόλησης, συγγραφής ημερολογίου, ακόμα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων κ.ά, ενώ κατά την ενήλικη ζωή επιβιώνουν ή μεταμορφώνονται στην αγάπη του ατόμου για ένα χρηστικό αντικείμενο το οποίο του παρέχει ικανοποίηση και ασφάλεια, όπως π.χ. μια αγαπημένη πένα, ένα σημειωματάριο κ.λπ. (ό.π.).

Η διαταραγμένη λειτουργία των μεταβατικών αντικειμένων είναι η αιτία των κλοπών που κάνουν τα στερημένα παιδιά, από ανάγκη αναζήτησης του μεταβατικού αντικειμένου το οποίο έχει πεθάνει μαζί με το θάνατο της εσωτερικής αναπαράστασης της μητέρας, ή άλλων αντιδράσεων όπως η ονυχοφαγία, η χρήση ουσιών, ο φετιχισμός, η παλινδρόμηση στο στάδιο που αναδύονται οι μεταβατικές λειτουργίες κ.ά. (ό.π.:198).

Από τη σημασία και την αξία των μεταβατικών αντικειμένων για την υγιή ανάπτυξη προκύπτει και η αρμόζουσα συμπεριφορά των γονέων και των παιδαγωγών απέναντι σε αυτά. Οι γονείς οφείλουν να αναγνωρίζουν την ανάγκη του παιδιού τους για το μεταβατικό αντικείμενο όπως και την ανάγκη ύπαρξής του στον αδιαχώριστο ακόμα χώρο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας (ό.π.). Οφείλουν να το περιφρουρούν ώστε να μη χαθεί, να μην το πλένουν γιατί η μυρωδιά του, έστω κι αν είναι βρόμικο, αποτελεί για το παιδί στοιχείο αναφοράς, να μη ντρέπονται να το μεταφέρουν μαζί τους στις εξόδους τους και να μην προβάλλουν καμία αξίωση πάνω σ’ αυτό. Οι εκπαιδευτικοί της προσχολικής ηλικίας οφείλουν επίσης να ευαισθητοποιούνται απέναντι σ’ αυτή την ανάγκη των νηπίων και να αναπτύσσουν τους κατάλληλους χειρισμούς, ώστε να μειώνονται οι ματαιωτικές καταστάσεις που καιροφυλακτούν κατά την κρίσιμη μετάβαση από το σπίτι στο πρώτο σχολείο, η οποία εμπεριέχει το άγχος του αποχωρισμού και την ανασφάλεια. Κατάλληλοι χειρισμοί χρειάζονται και στην περίπτωση που το μεταβατικό αντικείμενο ενός παιδιού διεκδικείται από άλλα παιδιά, οπότε γίνεται αντικείμενο ζήλιας και ανταγωνισμού, ενώ το παιδί που του ανήκει διεκδικεί την αποκλειστικότητά του και αν του το πάρουν έστω για λίγο μπορεί να αισθανθεί ότι πρόκειται για μια μόνιμη απώλεια. Όταν το παιδί παρεμποδίζεται στη χρήση των μεταβατικών αντικειμένων και στην εκδήλωση των μεταβατικών φαινομένων «βιώνει μεγάλη ανησυχία, άγχος, είναι απαρηγόρητο. Ούτε η ίδια η μητέρα του δεν μπορεί να το παρηγορήσει. Γι’ αυτό ο παιδαγωγός πρέπει να προστατεύει το δικαίωμα του παιδιού για ιδιοκτησία του μεταβατικού αντικειμένου, απέναντι στα άλλα παιδιά. Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν ότι κάποια πράγματα μπορούν να τα μοιράζονται με τους άλλους και κάποια όχι» (Γαλανάκη, ό.π.:30) και στη συγκεκριμένη περίπτωση το μοίρασμα, αν κάποτε είναι αναπόφευκτο, πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην απειλεί το παιδί, δεδομένου ότι βασικό χαρακτηριστικό της χρήσης των μεταβατικών αντικειμένων είναι η απόλυτη δικαιοδοσία του παιδιού επάνω τους. Για τον ενημερωμένο, δημιουργικό και ταλαντούχο εκπαιδευτικό τα μεταβατικά αντικείμενα είναι αξιοποιήσιμα στην προσπάθειά του να ενισχύσει την αίσθηση ασφάλειας των παιδιών, ειδικά κατά τη μετάβασή τους από το οικογενειακό στο σχολικό περιβάλλον, να συμβάλλει στην αίσθηση του προσωπικού ελέγχου και της δημιουργίας της συνέχειας στο χώρο και στο χρόνο, καθώς και για να τα βοηθήσει να αντιμετωπίσουν το άγχος του αποχωρισμού (ό.π.:29).

Βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1969). Attachment and Loss: Attachment (Vol.1). N.Y.: Basic Books. Γαλανάκη, Ε. (2003). Θέματα Αναπτυξιακής Ψυχολογίας. Αθήνα: Ατραπός.

Cole, M., & Cole, S.R. (2002). Η ανάπτυξη των παιδιών. Η αρχή της ζωής: Εγκυμοσύνη, τοκετός, βρεφική ηλικία. (μτφρ. Μ. Σόλμαν). Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

Καΐλα, Μ. & Ξανθάκου, Γ. (1993). Μάνα, η πρώτη ερωμένη. Αθήνα: Ντουντούμης.

Κ. (2005). Δεσμός, Συναίσθημα και Διαπροσωπικές Σχέσεις. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

Πολεμικός, Ν. (2000). Ο ύπνος των παιδιών. Ρόδος: Πανεπιστήμιο Αιγαίου-Ατραπός.

Raymond- Rivier, Β. (1989). H κοινωνική ανπτξη του παιδιού (μτφρ. Μ. Ντεκάστρο). Αθήνα: Κασταντης.

Τσαμπαρλή, Α. (2004). Η ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας. Αθήνα: Ατραπός.

Winnicott, D. W. (1976). Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός του κόσμος (μτφρ. Θ. Παραδέλλης). Αθήνα: Καστανιώτης.

Winnicott, D. W. (1979). Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα (μτφρ. Γ. Κωστόπουλος). Αθήνα: Καστανιώτη

Winnicott, D. W. (2003). Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό

περιβάλλον. Μελέτες για τη θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης. (μτφρ. Θ. Χατζόπουλος). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

ΆΡΘΡΑ

Τα νεραϊδάκια με τα πινέλα

Κουκλοθέατρο | TA ΝΕΡΑΪΔΑΚΙΑΜΕ ΤΑ ΠΙΝΕΛΑ Γράφει η Δανάη Παπαδάκη ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ήταν μια γκρίζα...

Πολύχρωμα φτερά και σαν ψαλίδι η ουρά

Κουκλοθέατρο | ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΦΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΨΑΛΙΔΙ Η ΟΥΡΑ Γράφει η Φυλλιώ Νικολούδη, Διδάκτωρ...